τριτάρικος

τριτάρικος
η , ο получающий х/з урожая за обработку земли;

πήρε τό αμπέλι του τριτάρικο — он взялся обрабатывать его виноградник за 1/3 урожая


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "τριτάρικος" в других словарях:

  • τριτάρικος — η, ο, Ν [τριτάρης] 1. (για κτήμα) αυτός που καλλιεργείται από τριτάρη («πήρε το αμπέλι του τριτάρικο») 2. (για εισόδημα) αυτός που μοιράζεται σε τρία μέρη, δύο για τον ιδιοκτήτη και ένα για τον καλλιεργητή 3. (για καρπό) αυτός που συγκομίζεται… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»